Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ


                                      ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ
                                      2 Φεβρουαρίου 1853 - 26 Αυγούστου 1919

Γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1853 στο Παυσίλιπο της Ερμούπολης στη Σύρο, γιός του Χριστόφορου και της Μαρίας Σουρή.

Ο πατέρας του καταγόταν τα Κύθηρα και η μητέρα του από τη Χίο γι’ αυτό και ο Σουρής παρωδώντας όπως συνήθιζε πάντα τις περί ….την προέλευση του Ομήρου θεωρίες προσαρμοσμένες στη δική του περίπτωση είχε γράψει τους ακόλουθους στίχους :

κατ’  άλλους είμαι γέννημα της ηρωϊδος Χίου
και λέγουν πως εξ’  ευγενούς κατάγομαι στοιχείου
πλην άλλοι παραδέχονται πατρίδα μου τη Σύρον
κι» άλλοι περισσότεροι την νήσον των Κιθήρων
αλλά εγώ επιθυμώ να είμαι πάντα Χιώτης
μα κάποτε και Συριανός κι’ έθ’ ότε Τσιριγώτης.  

Ήταν το τρίτο παιδί μιας οικογένειας που είχε τρία αγόρια κι’ ένα κορίτσι. Ο πατέρας του, έμπορος υφασμάτων στη Σύρο,  είχε πτωχεύσει  και αναγκάστηκε να μετοικήσει στην Αθήνα με όλη την οικογένεια του. Εδώ ο Γεώργιος υποχρεώθηκε να μεταβάλλει τα σχέδιά για το μέλλον του (τον προόριζαν από μικρό για το ιερατικό στάδιο) και το μόνο που νόμιζε πια εφικτό σαν σταδιοδρομία ήταν, αφού τελειώσει το γυμνάσιο να βρει μια κάποια δουλειά για να προσφέρει όσο το δυνατό συντομότερα την βοήθειά του στον ισχνότατο οικογενειακό κορβανά.

Ο Σουρής σπρωγμένος από το καλλιτεχνικό του ένστικτο σε ηλικία 15 ετών, μαθητής ακόμη του γυμνασίου λαμβάνει μέρος στο ανέβασμα αρχαίας τραγωδίας, στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού εμφανιζόμενος σαν κορυφαίος του χορού ή άγγελος στην Αντιγόνη  και συνάρπασε τους ακροατές που δεν γνώριζαν πως κάτω από τη μεταμφίεση κρυβόταν υποκριτής με τόση μικρή ηλικία. Αυτά το 1868.

Δυο χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 1870 βρίσκουμε τον Σουρή εμπορευόμενο στη Ρωσία ! Είναι ιλαροτραγική η κλασσική αυτή περίπτωση των περισσοτέρων  από τους μεγάλους λογοτέχνες που μη βλέποντας φως στη συγγραφή και βλέποντάς το σαν πάρεργο, ψάχνουν να βρουν  κάπου αλλού το σίγουρο επάγγελμα για επιβίωση.

Τον Σουρή τον φιλοξενούσε ένας συγγενής του σιτέμπορος στο Ταιγάνι της Ρωσίας αλλά όταν ο φουκαράς ανακάλυψε ότι αντί λογιστικών εγγραφών ….στίχους επί στίχων έγραφε, δεν έδειξε να δυσαρεστήθηκε καθώς ήταν άνθρωπος ευρείας αντίληψης. Οι στίχοι του άρεσαν και έτσι αποφάσισε να τον βοηθήσει τον ποιητή συμβουλεύοντάς τον να γυρίσει στην Ελλάδα και να υπηρετήσει τις Μούσες δίνοντας του και ένα γερό χαρτζιλίκι.

Έτσι το 1871 πρωταγωνιστεί τώρα στο θερινό θέατρο της Αθήνας «Η ΕΥΤΕΡΠΗ» να δίνει ερασιτεχνικές παραστάσεις. Ο ερασιτεχνικός του αυτός θίασος διαλύθηκε όπως και άλλοι κάθε εποχής, αλλά τον Ιανουάριο του 1875 συμμετέχει σαν φοιτητής σε θίασο που δίνει παραστάσεις στο περίφημο θέατρο της εποχής του Μπούκουρα με άλλους μαζί φοιτητές που στο πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκαν σε διαπρεπή μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας.

Τον Ιανουάριο του 1881 παντρεύεται τη Μαρία Κωσταντινίδου το γένος Ροδοκανάκη μετά ειδύλλιο επτά ετών. Η Μαρία καταγόταν από τη Κωσταντινούπολη. Μια διαρκής τρυφερότητα και στοργή τους έδενε σ’ ολόκληρη την διάρκεια της μακρόχρονης συμβίωσής τους και η γυναίκα του (την περνούσε 6 χρόνια) για τον Σουρή ήταν η παντοτινή Μούσα του, όπως της γράφει κάποτε για να της ευχηθεί την ημέρα της γιορτής της¨
                                        ……………………….
                                        να την γιορτάζεις πάντα
                                        σαν κόρη σαν μητέρα
                                        σαν Μούσα του Σουρή.

Σταθμός στην εξελικτική πορεία του Σουρή στάθηκε η Πανεπιστημιακή του περιπέτεια (τι μου θυμίζει αυτό).

Ύστερα από φιλικές πιέσεις και επιμονή της γυναίκας του, αποφάσισε ο πατέρας του «Ρωμηού» (σατυρική εφημερίδα που εξέδιδε με μεγάλη επιτυχία και αναγνωσιμότητα) να δώσει εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών  για να αποκτήσει το «ευλογημένο δίπλωμα» που χωρίς αυτό οι Ρωμηοί σε βλέπουν … πέντε πιθαμές πιο κοντό…

Στις 12 Ιουνίου 1884 δίνει εξετάσεις και… απορρίπτεται στα μαθήματα της μετρικής (καθηγητής Σεμιτέλος) και γραμματολογίας (καθηγητής Φιντικλής).

Όταν κανείς σκεφθεί πόσοι και πόσοι, εντελώς άσχετοι με τα γράμματα παίρνουν συνήθως «τιμής ένεκεν» διδακτορικά διπλώματα, από τα μεγαλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου, δεν μπορεί κανείς παρά να μην στηλιτέψει το Αθηναϊκό μας Πανεπιστήμιο  του αρνήθηκε αυτή την τιμή. Έτσι γράφει ο Σουρής:
             
                               Μετά μεγάλη μου χαράς τοις φίλοις αναγγέλω
                               πως εξητάσθην των θυρών ερμητικώς κλεισμένων
                               στον πολυγενή Φιντικλή και τον σπανό Σεμτέλο
                               και απερρίφθην μυστικά μετά πολλών επαίνων.
                              Λοιπόν και πάλι Έλληνες αρχίζομε σαν πρώτα
                             πάλι «Ρωμηός» και ξάπλωμα, πάλι ζωή και κότα.

Μόλις πέρασε η παροδική δυσφορία για την αποτυχία του, ο Σουρής πήρε την απόφαση να επανεκδόσει τον «Ρωμηό» του (εβδομαδιαία εφημερίδα). Έτσι γράφει:

                             Τόσο καιρό εγύριζα σκυφτός και σαστισμένος
                             και μ’ έτρεφαν αδιάκοπα δασκαλικών μουρμούρες.
                            Τόσον καιρό εξέχασα σε πιο ανήκω γένος
                            και Σεμιτέλων έβλεπα και Φιντικλίδων μούρες
                            Φανήτε πάλι Μούσες μου να δω τα πρόσωπά σας
                            που διώχνουν λύπες και καημούς και τις καρδιές φτερώνουν,
                            σηκώστε με γρήγορα επάνω στα φτερά σας
                           και πάμε εκεί  που έρωτες πετούν και ζευγαρώνουν
                           και μια στιγμή στη λίμνη σας αφήστε με να μείνω
                           τον ρύπο το διδασκαλικό για πάντα να ξεπλύνω…


Από τότε, σαν τον Άτλαντα που αντλούσε δύναμη πέφτοντας στη γη, έτσι και ο Σουρής φαίνεται να πήρε τόση δύναμη από την δοκιμασία της πτώσης του, που τράβηξε το δρόμο πια μοναχός του. Δεν ήταν πως έκανε εγωιστικό καθήκον του να γράφει εβδομαδιαία εφημερίδα -ολόκληρη σε στίχους-  ολομόναχος. Ήταν που έκανε έργο ζωής να εκφράσει την λαϊκή ψυχή μέσα από την περίφημη πινακοθήκη των στίχων του.

Ο Σουρής σαρκάζει την αδυναμία του λαού, σαρκάζει την κραιπάλη των κρατούντων, σαρκάζει την τυφλαμάρα και των δύο, που τους οδηγεί σε μια άθλια ζωή που δεν θα έπρεπε να ζούνε (τι μου θυμίζει αυτό) και προσπαθεί να τους ανοίξει τα μάτια , για να τους ταρακουνήσει να γίνουν πιο σωστοί και πιο ευτυχισμένοι.

Ο Γεώργιος Σουρής είναι γεννημένος ποιητής με την έννοια ότι ο στίχος πηγάζει αυθόρμητα από μέσα του. Πριν κλείσει τα είκοσι του χρόνια έχει διαμορφώσει το ύφος του και δημοσιεύει στίχους από το 1872 στο «Φως».

Το μεγάλο του ντεμπούτο όμως γίνεται με ένα ελεγείο στο θάνατο του Διευθυντή Αστυνομίας Δημοσθένη Βρατσάνου παλαιού αγωνιστή και απομνηματογράφου. Εκεί στην κηδεία του συγκίνησε αμέτρητους Αθηναίους με τους στίχους γιατί είχε και εξαιρετική  ικανότητα  απαγγελέα. Έτσι ξεκίνησε σαν επαγγελματίας ελεγειογράφος. όποιος έχανε συγγενή έτρεχε στον Σουρή συστημένος από παπάδες και ψαλτάδες που γνώριζαν την αξία της πένας του.

Για το πόσο σημασία έδινε ο Σουρής σ’ αυτό το έργο το εκφράζει όπως πάντα με τους στίχους του:

Όταν κανείς τα τίναζε το είχα για χαρά μου
και όλο έψαχνα να βρω κανένα κελεπούρι
και ο Ερμής ερχόμενος συχνά στα όνειρά μου
μου έδινε φτυσίματα και φάσκελα στη μούρη.

Δεν είχε  κλείσει ακόμη τα είκοσι και εκτός από σκόρπια ποιήματα έχει εκδώσει και δυο βιβλία, το θεατρικό «Από γαμπρός παράνυμφος»  και το ποιητικό «Συλλογή λυρικών ασμάτων». Η πρώτη του αυτή κωμωδία και το μοναδικό του έργο που δεν έγραψε με έμμετρους στίχους είναι γεμάτη ζωντάνια και πνεύμα.

Με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «τα τραγούδια μου» παίρνει μέρος στο Βουτσιναίο διαγωνισμό του 1876 αλλά το πρώτο βραβείο το κέρδισε ο Βιζυηνός ενώ ο εισηγητής του διαγωνισμού, έβγαλε το έργο του εκτός συναγωνισμού δίδοντας έτσι έμμεσα ένα έπαινο που ήταν σαν βράβευση.

Ο κάθε σατιρικός υπερβάλλει πάντοτε στην σχηματοποίηση των ιδεών του. Έτσι έκανα όλοι οι μεγάλοι ποιητές της αρχαίας τραγωδίας και ο Σουρής είναι πολύ κοντά τους μήπως γι’ αυτό δεν τον ονόμασαν οι σύγχρονοί του, δικοί μας και ξένοι ως τον «νεώτερο Αριστοφάνη».

Ακόμη και ο Μεγάλος Παλαμάς εκφράζει το θαυμασμό του γι’ αυτόν με το ποίημα του:

Σουρή τρελλέ τραγουδιστή και γνωστικέ τεχνίτη
κι’ ελεύθερα σατιριστή και ποιητή μαγνήτη,
όταν ολόκληρο λαό πίσω απ’ το στίχο σέρνεις
και πρωτογέννητους καιρούς εσύ στο νου σου φέρνεις,
όταν η Μούσα μια μορφή, που με τα νέφη σμίγει
δεν ήταν, και που την πατούν πάντα με κόπο λίγοι,
όταν η Μούσα απόκρυφο δεν ήταν περιβόλι,
αλλά ευκολόσμιχτη πηγή για να ποτίζοντ’ όλοι.
Ο στίχος ακριμάτιστος, γοργός χτυπάει το κρίμα,
χτυπάει με το περίγελο κι’ αστράφτει με τη ρίμα
ο στίχος σου – έτυχε πολλές φορές να το ζηλέψω—
να πάρω όχι το γέλιο σου τ’ αθώο και το παιχνίδι,
να πάρω το φαρμάκι σου και να το κάνω φίδι,
για να δαγκώσω αγιάτρευτα μ’ αυτό, κατάρα θεία,
την πολυπρόσωπη του νου και της καρδιάς κακία.


Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17Νοεμβρίου 1918, (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα.

 Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.






Δεν υπάρχουν σχόλια: